διάκορος

διάκορος, ον,
A satiated, c. gen.,

ἀλλήλων X.Lac.1.5

: abs.,

σῶμα δ. Plu.2.006a

: saturated with rain, Hdt.3.117; δ. ἤδη τοῦτο this is quite enough, Gal.7.49S. Adv. -ρως immoderately,

πίνειν D.C.68.7

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διάκορος — διάκορος, ον (Α) 1. ο διακορής 2. αρκετός 3. διάβροχος, καταμουσκεμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < διά + κόρος] …   Dictionary of Greek

  • διάκορος — satiated masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακόρως — διάκορος satiated adverbial διάκορος satiated masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάκορον — διάκορος satiated masc/fem acc sg διάκορος satiated neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακόρου — διάκορος satiated masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάκοροι — διάκορος satiated masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ZETA — quasi Diaeta, Plinius id indicat l. 2. Epist. 17. ubi cum aliquoties Diaetam memoret, monet Interpres ejus Joh. Catanaeus, alios libros Zetam habere, et sunt contractionis hujus exempla, praeter hymnum Eccl. apud alios permulta. Ita enim pro… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • πίνω — ΝΜΑ, αιολ. τ. πώνω Α 1. εισάγω στο στομάχι υγρό από το στόμα 2. (με ειδική σημ.) καταναλώνω κρασί ή άλλα οινοπνευματώδη ποτά (α. «αυτός πίνει πολύ» β. «οὕτω πίνοντας πρὸς ἡδονήν», Πλάτ.) 3. μτφ. απορροφώ, ρουφώ, τραβώ (α. «το φαΐ ήπιε όλο το… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.